press
ρήμ.
επιστρατεύω βίαια, πιέζω, πρεσάρω, σιδερώνω, ζορίζω, στριμώχνω, σιδηρώνω
ουσ.
πίεση, πιεστήριο, πρέσα, τύπος εφημερίδες, φύλλο εφημερίδας, τύπος
press
(Lex**) Τύπος
press
Ρημ. πιέζω, συνθλίβω, ζουλάω, σφίγγω, πρεσάρω // ωθώ//
πιέζομαι, στριμώχνομαι//
εκλιπαρώ , ικετεύω//
επιμένω , υποστηρίζω με δύναμη //
επιτίθεμαι δυνατά//
σιδερώνω//
τυπώνω
Ουσ. πίεση , σφίξιμο//
τύπος , τυπογραφείο//
εκτύπωση//
εκδοτικός οίκος//
επείγουσα ανάγκη .
press
πίεση, τύπος (εφημερίδες), πιεστήριο,
πιέζω, σιδερώνω
press
press πιέστε