present
ρήμ.
εμφανίζω, παρουσιάζω, χαρίζω, υποβάλλω
επίθ.
τωρινός
ουσ.
ενεστώτας, παρών, παρόν, ενεστώς, δώρο, πεσκέσι
present
(Lex). παρουσιάζω, παρών, δώρο
present (short form)
(Lex*) παρόν (σύντομη μορφή)
present (the)
(Lex*) παρόν ()
present
Επιθ. παρών, που παρίσταται//
σημερινός, τρέχων, τωρινός//
προκείμενος (πχ. θέμα ,)
Ουσ. το σήμερα, το παρόν//
ενεστώτας (γραμμ.)//
δώροΡημ. παρουσιάζω, εμφανίζω//
προσφέρω, χαρίζω// παρουσιάζω (στο κοινό), //
κάνω συστάσεις, συστήνω//
εκθέτω, επιδεικνύω, παρουσιάζω //
υποβάλλω, καταθέτω//
προσάγω (πχ, σε δίκη)//
προτείνω, υποδεικνύω (για διορισμό)//
"παρουσιάζω όπλα" (στρατ.)
present
δώρο, παρών,
παρουσιάζω, προσφέρω
le present
τωρινός ; δώρο (το)
le présent
τωρινός ; δώρο (το)