premium
ουσ.
βραβείο, ασφάλιστρο, που είναι υπέρ το άρτιον, υπερτίμηση
Premium
(Financial). ΤΙΜΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ : Το χρηματικό ποσό που πληρώνει ο αγοραστής του συμβολαίου στον πωλητή του. /ασφάλιστρο, επιμίσθιο, πρόσθετη ή έκτακτη αμοιβή, μεγάλη εκτίμηση ή αξία, πριμ, έξτρα
premium
(Lex**) ασφάλιστρο
premium
Ουσ. υπερτίμηση//
βραβείο, αμοιβή, ανταμοιβή//
ασφαλιστρο//
πρίμ, επίδομαΕπίθ. ποιοτικά ανώτερος.