pregnancy
ουσ.
κυοφορία, εγκυμοσύνη, πληρότης, πληρότητα, σπουδαιότητα
pregnancy
(Lex**) εγκυμοσύνη
pregnancy
Ουσ. εγγυμοσύνη, κυοφορία//
γονιμότητα (πνεύματος κτλ. μτφ.)
Εγκυμοσύνη
O όρος εγκυμοσύνη είναι ευρύτατος και χρησιμοποιείται για όλα τα
θηλαστικά του ζωΐκού βασιλείου. Το συγκεκριμένο άρθρο όμως αναφέρεται για την εγκυμοσύνη μόνο στους ανθρώπους. Εγκυμοσύνη είναι η διαδικασία κατά την οποία μία
γυναίκα φέρει ένα γονιμοποιημένο ωάριο, το οποίο αναπτύσσεται κι εξελίσσεται μέσα της και διαρκεί μέχρι και τη γέννηση του βρέφους. Ο ιατρικός όρος για την κυοφορούσα γυναίκα είναι "έγκυος" και για το μωρό πριν τη γέννησή του "έμβρυο". Μία φυσιολογική εγκυμοσύνη διαρκεί περίπου 40 εβδομάδες από τον τελευταίο γυναικείο κύκλο (ή 38 εβδομάδες μετά τη γονιμοποίηση του ωαρίου). Το πρώτο τρίμηνο εγκυμονεί για τη μέλλουσα μητέρα και τους μεγαλύτερους κίνδυνους για μία ενδεχόμενη αποβολή - ονομάζεται έτσι ο θάνατος από φυσιολογική αιτία ενός εμβρύου. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε προβλήματα υγείας του εμβρύου, της μητέρας ή σε κάποια ζημιά που προκλήθηκε μετά τη σύλληψη.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...