pound
ρήμ.
κοπανίζω, σφυροκοπώ, τρίβω
ουσ.
λίρα αγγλίας, λίτρο, λίβρα, λίρα, μάνδρα, μάντρα
pounds
(Lex**) λίβρες
pound
Ουσ. λίρα, στερλίνα//
λίμπρα, μονάδα βάρους//
μάντρα//
περιφραγμένος χώρος για φύλαξη (ζώων, αυτοκινήτων κτλ)
Ρημ. μανδρώνω, Ρημ. κονιορτοποιώ//
καταφέρω πλήγμα, κτυπώ, ξυλοφορτώνω
Ουσ. γδούπος, κτύπημα