ponte
υψωμένη οδός, ανυψωμένος δρόμος
{
causeway
}
poner
θέτω, βάζω, βάλλω
{
put
}
τοποθετώ, θέτω, γεννώ, καθιστώ
{
lay
}
εισάγω, παρεμβάλλω, ενθέτω, καταχωρίζω
{
insert
}
επιβάλλω, απατώ, υπαγορεύω
{
impose
}
μαρκάρω, σημειώνω
{
mark
}
κανονίζω, προσαρμόζω, διευθετώ, ρυθμίζω
{
adjust
}
στέλλω, αποστέλλω, πέμπω, στέλνω
{
send
}
υπογράφω, εγκτάφομαι συνδρομητής,...
{
subscribe
}
εκτελώ, παριστάνω εν θεάτρω
{
perform
}
ponerse
βάζω, βάλλω, θέτω, τοποθετώ, ορίζω,...
{
set
}
πηγαίνω, υπάγω, πάω
{
go
}
αυξάνομαι, φύομαι, αυξάνω, γίνομαι,...
{
grow
}
φορώ, φθείρω, τρίβω, τρίβομαι, αντέχω
{
wear
}
ponte (m)
κατάστρωμα, όροφος λεωφορείου
{
deck
}
ponte (f)
ώα ψαριών, αυγά ψαριών
{
spawn
}
αυγά εκκολάψεως, λαβή, ντεμπραγιάζ,...
{
clutch
}
ponter
ποντάρω