polir
λειαίνω, ομαλύνω
{
sleek
}
στιλβώ, ομαλύνω, σχολιάζω
{
gloss
}
βερνικώνω, λουστράρω, γυαλίζω, στιλβώ,...
{
polish
}
εκκαθαρίζω, διυλίζω, εξευγενίζω
{
refine
}
polis (de)
πολιτική, τακτική, συμβόλαιο ασφάλειας,...
{
policy
}
polis
αστυφύλαξ, αστυνομικός, αστυφύλακας
{
policeman
}
αστυφύλαξ, αστυφύλακας, μπάτσος
{
cop
}
αστυνομικός, δεκάρα, χαλκός, μπάτσος,...
{
copper
}
άγγλος αστυφύλακας
{
bobby
}
ταύρος, αγοράζων διά κέρδος, χρυσόβουλο,...
{
bull
}
λεπτά μόρια, χνούδι
{
fuzz
}
poli
ευγενικός, με ευγενείς τρόπους, με...
{
mannerly
}
καλοαναθρεμμένος, καλής ανατροφής
{
well bred
}
ευγενικός, ευγενής, φιλοφρονητικός
{
courteous
}
αβρός, ευγενής, αριστοκρατικός,...
{
courtly
}
στιλπνός, εξευγενισμένος, άμεμπτος
{
polished
}
μαλακός, στρωτός, λείος
{
smooth
}
polir
βερνικώνω, λουστράρω, γυαλίζω, στιλβώ,...
{
polish
}
εκκαθαρίζω, διυλίζω, εξευγενίζω
{
refine
}
polis
Ουσ. πόλις-κράτος (Αρχ. Ελλάδα)
Ουσ. αστυνομία
(στην Ιρλανδία αντί του police)