point
ουσ.
σημείο, προκείμενο, μύτη, άκρη, ακμή
point
(Lex**) σημείο
point
Ουσ. σημείο (σε χώρο ή χρόνο)//
άκρη, αιχμή, ακίδα,//
στιγμή (ως σημείο στίξης), υποδιαστολή//
πόντος, βαθμός, σημείο διαβάθμισης//
άποψη, προοπτική//
(σημαντική) λεπτομέρεια//
πλεονέκτημα, όφελος//
δυνατό επιχείρημα//
σκοπιμότητα//
θέμα, ζήτημα//
ακρωτήριο//
διακλάδωση
Ρημ. δείχνω, //
στρέφω προς κάποιο σημείο//
κάνω πιο μυτερο, κάνω πιο αιχμηρό
point
σημείο, δακτυλοδεικτώ
etre sur le point de
πρόκειται
un point
σημείο (το)
être sur le point de
πρόκειται