plumbing
ουσ.
εργασία σωλήνων, υδραυλικά, σωληνώσεις
plumbing
(Lex**) υδραυλική εγκατάσταση
plumbing
Ουσ. υδραυλικά, υδραυλικές εγκαταστάσεις κτηρίου//
υδραυλικές εργασίες
plumb
Ουσ. βαρίδι για κατακόρυφο αλφάδιασμα
Επίθ. κάθετος, 90 μοιρών
Επίρρ. ακριβώς, //
ολότελα, πλήρως//
κάθετα
Ρημ. μετρώ το βάθος χρησιμοποιώντας αλφάδι//
καταλαβαίνω ή ανακαλύπτω τα πάντα για κάτι