pipe
ρήμ.
αυλώ, συρίζω, διοχετεύω διά σωλήνων, εφοδιάζω με σωλήνας
ουσ.
αγωγός, αυλός, σωλήνας, σωλήν, πίπα, πίπα καπνίσματος, τσιμπούκι
pipe
(Lex). αυλός, σωλήνμας, σωλήνας, πίπα
pipe (for smoking)
(Lex*) σωλήνας (για το κάπνισμα)
pipe
Ουσ. σωλήνας, σωλήνα, //
τσιμπούκι, πίπα καπνίσματος//
αυλός, φλογέρα, κλαρίνο κτλ//
κελάηδημα, τιτίβισμα//
μέθοδος μεταβίβασης δεδομένων -πληροφοριών από έναν υπολογιστή σε έναν άλλο
Ρημ. παίζω φλογέρα ή αυλό ή κλαρίνο κτλ. //
διοχετεύω μέσω αγωγού
pipe
σωλήνας, πίπα, τσιμπούκι
pipe
pipe σωλήνας