periodic

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
periodic
επίθ. περιοδικός


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
periodic
(Lex**) περιοδικός


My English - GreekDownload this dictionary
periodic
Επιθ. περιοδικός,

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Περίοδος
Η περίοδος είναι μέγεθος που χαρακτηρίζει εκείνα τα φυσικά φαινόμενα, τα οποία έχουν την ιδιότητα να επαναλαμβάνονται κατά τον ίδιο τρόπο μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου. Τέτοια φαινόμενα ονομάζονται περιοδικά. Ως περίοδος του φαινομένου ορίζεται ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται για να εκτελεστεί ένας πλήρης κύκλος του φαινομένου, μετά τον οποίο το φαινόμενο επαναλαμβάνεται. Η περίοδος ενός κύματος είναι ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται για να επανέλθει ένα σταθερό σημείο του κύματος στην ίδια φάση, π.χ. να μεταβεί από κορυφή σε κορυφή ή από κοιλάδα σε κοιλάδα (για ένα διαμήκες κύμα μπορούμε να μιλήσουμε αντίστοιχα για πυκνώματα και αραιώματα). Μετρείται σε μονάδες χρόνου, π.χ. δευτερόλεπτα (sec), λεπτά (min) κ.λ.π.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define periodic

Translate periodic





periodic in Chinese | | periodic in English | periodic in French | periodic in Italian | periodic in Spanish | periodic in Dutch | periodic in Portuguese | periodic in German | periodic in Russian | periodic in Japanese | periodic in Korean | periodic in Turkish | periodic in Hebrew | periodic in Arabic | periodic in Croatian | periodic in Serbian | periodic in Swedish