pat
ρήμ.
χτυπώ ελαφρά, κτυπώ ελαφρώς με την παλάμη
επίρ.
στην στιγμήν, αρμοδίως, επικαίρως
επίθ.
ανένδοτος, αρμόδιος
Pat
ουσ.
ελαφρό κτύπημα, τεμαχίδιο
pat
(Lex**) ελαφρύ κτύπημα
pat
ελαφρό "χαστουκάκι" (ευγενικά), ελαφρό κτύπημα//
ήχος ελαφρού κτυπήματος//
στη στιγμή , έγκαιρα , επίκαιρα//
χτυπώ με την παλάμη ελαφρά (δείχνοντας την χαρά ή την αγάπη)