passen
προσαρμόζω, ταιριάζω
{
fit
}
αρμόζω, ταιριάζω
{
suit
}
γίνομαι, καθίσταμαι, αποβαίνω, καταλήγω,...
{
become
}
ταιριάζω, νυμφεύω, αντιπαραβάλω,...
{
match
}
Pass (der)
άδεια εισόδου, πέρασμα, στενό, κάρτα
{
pass
}
Paß (der)
άδεια εισόδου, πέρασμα, στενό, κάρτα
{
pass
}
passen
γίνομαι, καθίσταμαι, αποβαίνω, καταλήγω,...
{
become
}
αρμόζω, ταιριάζω
{
suit
}
συμμορφώνω, προσαρμόζομαι, προσαρμόζω,...
{
conform
}
συμπεριφέρομαι, συμμορφούμαι
{
comport
}
passen (het)
προσαρμογή, αρμόζων, πρόβα,...
{
fitting
}
pas (de)
βαθμίδα, βαθμίς, διάβημα, σκαλοπάτι,...
{
step
}
βάδισμα, βήμα, ίσμα, διασκελισμός
{
gait
}
άδεια εισόδου, πέρασμα, στενό, κάρτα
{
pass
}
passen
χωραώ, χώρεσα
-
passen bij, samengaan met, lijken op
ταιριάζω με
-
de schoenen gaan goed samen met het kleed
τα παπούτσια ταιριάζουν πολύ με το φόρεμα
-
passen in, er in gaan
χωραώ, χώρεσα
-
al de kledij gaat niet in de koffer
όλα τα ρούχα δεν χωράνε στη βαλίτσα
proberen
δοκιμάζω, δοκίμασα
πρoσπαθώ, πρoσπάθησα
-
geprobeerd worden/zijn
δοκιμάζομαι, δοκιμάστηκα
-
proberen met moeite
πασχίζω, πάσχισα