pass
ρήμ.
περνώ, διαβαίνω, υπερβαίνω, επιψηφίζω
ουσ.
άδεια εισόδου, πέρασμα, στενό, κάρτα
pass
(Lex). στενά, πέρασμα, κυκλοφορώ, περνώ, διαβατήριο, δίοδος
pass (for entry)
(Lex*) πέρασμα (για την είσοδο)
pass
Ουσ. διάβαση, (στενό) πέρασμα,//
άδεια εισόδου, εισιτήριο, //
βάση (στη βαθμολογία), //
κρίσιμο σημείο, κρίσιμη κατάσταση//
πάσα (στο ποδόσφαιρο)//
ερωτική πρόταση ή πολιορκία, "καμάκι"Ρημ. διαβαίνω, περνώ, διέρχομαι//
μεταβιβάζω, περνώ (πχ. την μπάλα) //
ξεπερνώ, παρακάμπτω, προσπερνώ//
υπερψηφίζομαι//
υπερβαίνω, ξεπερνώ//
πιάνω τη βάση , "περνώ", προβιβάζομαι//
εγκρίνω//
γίνομαι , συμβαίνω//
γίνομαι δεκτός
password
Ουσ. σύνθηματικό, λέξη κλειδί, συνθηματική λέξη//
λέξη που επιτρέπει την είσοδο σε σύστημα ή εφαρμογή (Η/Υ)
pass
περνώ, διαβαίνω, πασάρω, δίνω, ξεπερνώ,
πάσα, εισιτήριο, άδεια εισόδου
pass
pass δίοδος