partij (de)
τεύχος, μέρος, τμήμα
{
part
}
δέμα, πακέτο, τεμάχιο
{
parcel
}
δέσμη τεμάχιων, σύνολο παραγωγής,...
{
batch
}
μέτρο στερεών 8.8 χιλιογράμμων, μονάδα...
{
peck
}
σβώλος, όγκος, μάζα, βώλος, οίδημα
{
lump
}
ισπανική βουλή, χούντα
{
junta
}
σκευωρία, κλίκα
{
cabal
}
κόμμα, κόμμα πολιτικό, ομάδα, ομάς,...
{
party
}
φατρία, διχόνοια, φαγωμάρα
{
faction
}
πλευρά, μέρος, μεριά, πλευρό
{
side
}
μνηστήρ, μνηστίρας, εραστής, ενάγων
{
suitor
}
βασιλική ακρόαση, επίσημος υποδοχή,...
{
levee
}
πάλη, αγών, φόρα
{
bout
}
τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο,...
{
set
}
σπίρτο, πυρείο, ισόπαλος, ταίρι, αγώνας,...
{
match
}
partij
partij de (politieke)
κόμμα τo