Pak (der)
pak (het)
δέμα, πακέτο, δέσμη, ομάδα, ομάς, αγέλη
{
pack
}
πακετάρισμα, πακέτο, συσκευασία, δέμα
{
package
}
δέμα, πακέτο, τεμάχιο
{
parcel
}
αγωγή, σειρά, κοστούμι, στολή, ταγέρ,...
{
suit
}
pakken
συσκευάζω, πακετάρω, στριμώχνω
{
pack
}
τσακώνω, συλλαμβάνω, αντιλαμβάνομαι,...
{
catch
}
συλλαμβάνω, κατάσχω, αρπάζω
{
seize
}
πιάνω, πιάνομαι, σφίγγω
{
grip
}
δράττομαι, πιάνω, επιχειρώ
{
tackle
}
αιχμαλωτίζω, συλλαμβάνω, κατακτώ,...
{
capture
}
εκτείνομαι, εκτείνω, φθάνω
{
reach
}
δαγκώνω, τσιμπώ, δελεάζομαι, ξεγελώ,...
{
bite
}
ταιριάζω, κροτώ
{
click
}
pak
αλέρωτος, παστρικός, καθαρός
{
clean
}
καθαρός, αμόλυντος, σκέτος, αμιγής,...
{
pure
}
καθαρός, καθάριος, παστρικός
{
cleanly
}
pak
pak
δέμα το