painting
ουσ.
χρωμάτισμα, ζωγραφική, ζωγραφιά, εικών, ζωγραφικός πίνακας, πίνακας
paint
ρήμ.
χρωματίζω, ζωγραφίζω, βάφω
painting
(Lex**) ζωγραφική
painting
Ουσ. ζωγραφική,//
μπογιάτισμα//
εικόνα, ζωγραφιά//
φτιασίδωμα//
εικονογραφία , η ένέργεια της εφαρμογής χρωμάτων, χρωμάτισμα
paint
Ρημ. βάφω, μπογιατίζω//
ζωγραφίζω, χρωματίζω//
απεικονίζω//
περιγράφω παραστατικά//
μακιγιάρω
Ουσ. χρώμα, μπογιά//
μέϊκ-απ, φτιασίδι
painting
ζωγραφιά, πίνακας ζωγραφικής
paint
ζωγραφίζω, μπογιατίζω
painting
ζωγραφιά