pad
ουσ.
προσκεφαλάκι, δέσμη χαρτιού διά σημειώματα, μπλοκ, συνθήκη
ρήμ.
παραγεμίζω, βαδίζω, πεζοπορώ
pad
(Lex). ουσ. σημειωματάριο, μαξιλαράκι, υπόθεμα στήριξης
pad (writing)
(Lex*) μαξιλάρι (γράψιμο)
pad
Ρημ. βαδίζω αθόρυβα, αλαφροπατω, //
αλητεύω, γυρίζω στους δρόμους
Ουσ. δρόμος, στράτα (αργκό)//
πατούσα σκύλου//
σημειωματάριο//
προστατευτικό επικάλυμα, βάτα //
ταμπόν , //
μαξιλαράκι, προσκεφαλάκι//
χνάρια αιλουροειδούς//
κρεβάτι , κρεβατοκάμαρα (αργκό)//
κοφίνι.
pad
pad μαξιλαράκι, υπόθεμα στήριξης
pad
μπλοκάκι