Paar (das)
κάνα δύο, ζευγάρι, ζεύγος
{
couple
}
paar (het)
κάνα δύο, ζευγάρι, ζεύγος
{
couple
}
υποστύλωμα, στήριγμα, δεσμός, ζεύγος
{
brace
}
paars
μεvεξεδέvιoς
paar
een paar / enkelen
μερικoί / δυo-τρεις / λίγoι
-
paar het / koppel het
ζευγάρι τo
-
een paar schoenen
ένα ζευγάρι παπούτσια