Paar (das)
κάνα δύο, ζευγάρι, ζεύγος
{
couple
}
paar
κάμποσος, μερικοί, τινές, κάποιος
{
some
}
paaren
ζευγαρώνω, ζευγαρώνομαι
{
mate
}
ζευγαρώνω, ζευγαρώνομαι, συνδυάζω,...
{
pair
}
ζευγαρώνω, ζευγνύω, κομπλάρω, ενώνω
{
couple
}
υπανδρεύομαι, υπανδρεύω, νυμφεύω,...
{
marry
}
συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι
{
copulate
}
paar (het)
κάνα δύο, ζευγάρι, ζεύγος
{
couple
}
υποστύλωμα, στήριγμα, δεσμός, ζεύγος
{
brace
}
paren
ζευγαρώνω, ζευγαρώνομαι, συνδυάζω,...
{
pair
}
ζευγαρώνω, ζευγνύω, κομπλάρω, ενώνω
{
couple
}
ζευγαρώνω, ζευγαρώνομαι
{
mate
}
ταιριάζω, νυμφεύω, αντιπαραβάλω,...
{
match
}
υπανδρεύομαι, υπανδρεύω, νυμφεύω,...
{
marry
}
νυμφεύω, παντρεύομαι, νυμφεύομαι,...
{
wed
}
paar
een paar / enkelen
μερικoί / δυo-τρεις / λίγoι
-
paar het / koppel het
ζευγάρι τo
-
een paar schoenen
ένα ζευγάρι παπούτσια