orthography


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary

orthography
ουσ. ορθογραφία


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
orthography
(Lex**) ορθογραφία

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ορθογραφία
Ορθογραφία Όλοι εκείνοι οι κανόνες, που αφορούν στη διάταξη των γραμμάτων στις λέξεις μιας γλώσσας. Οι κανόνες αυτοί απαντούν σε δύο ομάδες, με συνέπεια δύο διαφορετικά είδη ορθογραφίας: τη Φωνητική Ορθογραφία, οπου κάθε φθόγγος της γλώσσας αντιστοιχεί σε ένα γράμμα, και την Ιστορική Ορθογραφία όπου οι λέξεις γράφονται με τον τρόπο που προφέρονταν (και γράφονταν) στο παρελθόν, όταν η ορθογραφία τους ήταν φωνητική. Η Ιστορική Ορθογραφία (όταν είναι σωστή) βοηθάει στην ετυμολογία μίας λέξης.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define orthography

Translate orthography





orthography in Chinese | | orthography in English | orthography in French | orthography in Italian | orthography in Spanish | orthography in Dutch | orthography in Portuguese | orthography in German | orthography in Russian | orthography in Japanese | orthography in Korean | orthography in Turkish | orthography in Hebrew | orthography in Arabic | orthography in Croatian | orthography in Serbian | orthography in Swedish