organic chemistry

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Οργανική Χημεία
Οργανική Χημεία ονομάζεται ο κλάδος της Χημείας ο οποίος μελετά τις ενώσεις του άνθρακα. Οι πρώτες οργανικές ενώσεις απομονώθηκαν στις αρχές του 18ου αιώνα. Ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά τις οργανικές ενώσεις ήταν ο Scheele, ο οποίος απομόνωσε πλήθος οργανικών ενώσεων από φυτικές και ζωικές ύλες. Κατά τον 18ο αιώνα οι χημικοί πίστευαν ότι για να συντεθεί μία οργανική ένωση ήταν απαραίτητη η ζωική(<ζωή) δύναμη (vis vitalis) την οποία διαθέτουν μόνο οι ζωικοί οργανισμοί. Όμως το 1828 ο Wohler ανακάλυψε μία οργανική ένωση που μπορούσε να παρασκευασθεί εργαστηριακά. Αυτό το πέτυχε τυχαία, όταν με θέρμανση κυανικού αμμωνίου (NH4OCN) παρασκεύασε την ουρία, η οποία είναι οργανική ένωση. Εν ολίγοις κατέρριψε την βιταλιστική θεωρία. Στις μέρες μας ο διαχωρισμός σε οργανική και ανόργανη γίνεται για καθαρά συστηματικούς λόγους στην εκμάθηση. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στις ιδιότητες των οργανικών και των ανόργανων ενώσεων. Οι οργανικές ενώσεις μέχρι στιγμής είναι περισσότερες από 12*106.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define organic chemistry

Translate organic chemistry





organic chemistry in Chinese | | organic chemistry in English | organic chemistry in French | organic chemistry in Italian | organic chemistry in Spanish | organic chemistry in Dutch | organic chemistry in Portuguese | organic chemistry in German | organic chemistry in Russian | organic chemistry in Japanese | organic chemistry in Korean | organic chemistry in Turkish | organic chemistry in Hebrew | organic chemistry in Arabic | organic chemistry in Croatian | organic chemistry in Swedish