order
ρήμ.
διατάσσω, παραγγέλλω, κανονίζω, παραγγέλνω, προστάζω
ουσ.
προσταγή, τάξη, σύστημα, κανόνας, διαταγή, παραγγελία, εντολή, τάγμα, παράσημο, βαθμός
Order
(Math). διάταξη
order
(Lex**) διαταγή
order (food etc.)
(Lex*) διαταγή (τρόφιμα κ.λπ....)
order
Ουσ. σειρά, τάξη//
διαταγή , εντολή//
πειθαρχία, ομαλότητα, ευρυθμία//
παραγγελία//
εξουσιοδότηση//
διάταγμα//
κανονισμος//
παράσημο//
καλή κατάσταση//
είδος, τύπος , μορφή//
τάγμα (θρησκευτικό, ιπποτικό κτλ)
Ρημ. διατάζω, //
παραγγέλλω, //
διευθετώ
order
διατάζω, παραγγέλνω, ρυθμίζω, τακτοποιώ,
σειρά, τάξη, διαταγή, εντολή, παραγγελία, λειτουργία, σκοπός
order
διαταγή, διατάζω, προστάζω, παραγγέλνω, εντολή