omheining (de)
φράκτης, κλεπταποδόχος
{
fence
}
σηκός, περίφραγμα, έγκλειστο πράγμα,...
{
enclosure
}
πασσαλόφραγμα, περίφραξη
{
paling
}
λήξη, πέρας, τέλος
{
close
}
σιδηρά ράβδος, ξύλινη ράβδος, ράγια,...
{
rail
}
ακρόλιθος πεζοδρόμιου, χαλιναγώγηση,...
{
curb
}
απόθεμα, αποθησαυρισμός, σωρός, θησαυρός
{
hoard
}
omheining
φράχτης ο