Επίσημη γλώσσα ονομάζεται η
γλώσσα που έχει αναγνωρισθεί ως επίσημη από κάποια πολιτική οντότητα (π.χ.
κράτος) και χρησιμοποιείται στη
νομοθεσία, στη δικαιοσύνη και στη δημόσια διοίκηση. Κάποια κράτη έχουν παραπάνω από μία επίσημη γλώσσα. Η επίσημη γλώσσα είναι κυρίως εκείνη στην οποία συντάσσεται το
σύνταγμα μιας χώρας. Κράτη χωρίς κωδικοποιημένα συντάγματα δεν έχουν επίσημη γλώσσα. Τυπικά, η επίσημη γλώσσα ευθυγραμμίζεται με τη γλώσσα που χρησιμοποιείται από το κύριο έθνος ή εθνική ομάδα κάποιου κράτους. Ο νόμος πολλών κρατών απαιτεί να παράγονται τα κυβερνητικά έγγραφα σε πολλές γλώσσες.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...