official language


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Επίσημη γλώσσα
Επίσημη γλώσσα ονομάζεται η γλώσσα που έχει αναγνωρισθεί ως επίσημη από κάποια πολιτική οντότητα (π.χ. κράτος) και χρησιμοποιείται στη νομοθεσία, στη δικαιοσύνη και στη δημόσια διοίκηση. Κάποια κράτη έχουν παραπάνω από μία επίσημη γλώσσα. Η επίσημη γλώσσα είναι κυρίως εκείνη στην οποία συντάσσεται το σύνταγμα μιας χώρας. Κράτη χωρίς κωδικοποιημένα συντάγματα δεν έχουν επίσημη γλώσσα. Τυπικά, η επίσημη γλώσσα ευθυγραμμίζεται με τη γλώσσα που χρησιμοποιείται από το κύριο έθνος ή εθνική ομάδα κάποιου κράτους. Ο νόμος πολλών κρατών απαιτεί να παράγονται τα κυβερνητικά έγγραφα σε πολλές γλώσσες.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define official language

Translate official language




official language in Chinese | | official language in English | official language in French | official language in Italian | official language in Spanish | official language in Dutch | official language in Portuguese | official language in German | official language in Russian | official language in Japanese | official language in Korean | official language in Turkish | official language in Hebrew | official language in Arabic | official language in Croatian