novel


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
novel
επίθ. νέος, καινοφανής
 
ουσ. μυθιστορία, μυθιστόρημα


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
novel
(Lex**) νέος


Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
novel
μυθιστόρημα, καινοφανής, νέος

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Μυθιστόρημα
Το μυθιστόρημα είναι ένα σύγγραμα το οποίο εκτυλίσσεται γύρω από μία συγκεκριμένη ιστορία, την οποία αναπτύσσει σταδιακά ο συγγραφέας. Η ιστορία είναι συνήθως υποθετική με κάποια πραγματικά στοιχεία μέσα της. Αποτελεί λογοτεχνικό είδος γραμμένο σε πεζό λόγο. Η διαφορά του με το διήγημα ή τη νουβέλα έγκειται στην έκταση και στο πλήθος των κεφαλαίων του. Τον όρο μυθιστόρημα τον χρησιμοποίησε πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής. Οι κατηγορίες του μυθιστορήματος είναι ιστορικόθρησκευτικόφιλοσοφικό, ερωτικό, ψυχολογικό.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define novel

Translate novel




novel in Chinese | | novel in English | novel in French | novel in Italian | novel in Spanish | novel in Dutch | novel in Portuguese | novel in German | novel in Russian | novel in Japanese | novel in Korean | novel in Turkish | novel in Hebrew | novel in Arabic | novel in Croatian | novel in Serbian | novel in Swedish