notice
ουσ.
αναγγελία, ανακοίνωση, ειδοποίηση, κριτικό σημείωμα, παραγγελία, είδηση, προσοχή
ρήμ.
προσέχω, παρατηρώ
notice
(Lex**) ειδοποίηση
notice (see)
(Lex*) ειδοποίηση (βλ.)
notice (to leave job)
(Lex*) ειδοποίηση (για να αφήσει την εργασία)
notice
Ρημ. σημειώνω//
δίνω προσοχή, αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ, προσέχω, διακρίνω//
τραβώ την προσοχή//
γράφω κριτική, γράφω περίληψη//
φέρομαι πολιτισμένα, φέρομαι προσεκτικά
Ουσ. ανακοίνωση, αγγελία, ειδοποίηση//
προειδοποίηση, διορία//
απόλυση//
προσοχή
notice
σημειώνω, παρατηρώ, προσέχω, αντιλαμβάνομαι, ανακοίνωση, αγγελία, προειδοποίηση, προσοχή, σημασία
notice
παρατηρώ