note
ουσ.
διάκριση, νότα, παρατήρηση, προσοχή, σημείο, σημείωμα, σημείωση, τραπεζογραμμάτιο, εγκόπτων, υπόμνημα, γραμμάτιο
ρήμ.
διαπιστώνω, σημειώνω, παρατηρώ
note
(Lex**) σημείωση
note
σημείωση, σημείωμα, παρατήρηση// νότα, μελωδία, κελάηδημαμουσικό σύμβολο// ενδειξη, σημείο, σημάδι// σχόλιο, παρατήρηση// προσοχή// φήμη// φθόγγος// διαπιστώνω, σημειώνω, λαμβάνω υπόψη// σχολιάζω.
note
σημειώνω, παρατηρώ, προσέχω,
σχόλιο, σημείωση, σημείωμα, νότα
la note
λογαριασμός (ο) ; υποσημείωση (η)
noter
αναγράφω, σημειώνω