nicht
στερητικόν πρόθεμα, αρνητικόν πρόθεμα
{
un
}
nicht (f de)
εξάδελφος, ξάδερφος, εξαδέλφη
{
cousin
}
ανεψιά, ανιψιά, ανηψιά, ανίψι
{
niece
}
nicht
nicht de (dochter v tante/oom)
(ε)ξαδέρφη η / (ε)ξαδέλφη η
-
nicht de (dochter v broer/zuster)
ανεψιά η / ανιψιά η
-
nichten en neven
(ε)ξαδέρφια τα / (ε)ξαδέλφια τα