nauwkeurig
αυστηρός, απόλυτος, ακριβής
{
strict
}
ακριβής, τυπικός ως προς την ώραν
{
punctual
}
κοντινός, στενός
{
near
}
στενός, περιωρισμένος, περιορισμένης...
{
narrow
}
ωραίος, καλός, νόστιμος, λεπτός,...
{
nice
}
nauwkeurig
nauwkeurig bekijken
nauwkeurig uitpluizen
ξεψαχvίζω, ξεψάχvισα