nat
βρεγμένος, βροχερός, υγρός
{
wet
}
υγρός, μουσκεμένος
{
soggy
}
nat
υγρός / βρεμέvoς / βρεγμέvoς
vochtig
υγρός
-
vochtige wind
υγρός αέρας
-
vochtig klimaat
υγρό κλίμα
-
vochtige ogen van de tranen
μάτια υγρά από δάκρυα
-
een vochtige en donkere cel
ένα υγρό και σκοτεινό κελλί