nagging
ουσ.
μάλωμα, γκρίνια, κρεβατομουρμούρα
nag
ρήμ.
γκρινιάζω διαρκώς
nagging
(Lex**) κακόκεφος
nagging
γκρίνια, μάλωμα, κρεβατομουρμούρα, ψάλσιμο, καυγάς//
καυγατζής
nag
1. μικρό άλογο, πόνυ// γέρικο άλογο
2. γρινιάζω κάποιον συνεχώς, καυγαδίζω // ενοχλώ, βασανίζω, τυραννώ//
γκρίνια, καυγάς, γκρινιάρα, γλωσσού,