naderen
έρχομαι, φθάνω, παριστάνω, γίνομαι
{
come
}
προοδεύω, προχωρώ, προάγω, προκαταβάλλω
{
advance
}
naderen
κοντεύω, κόντεψα
πλησιάζω, πλησίασα
σιμώvω, σίμωσα
ζυγώvω, ζύγωσα
-
κοντεύουμε στην πόλη.
we naderen de stad.
-
κοντεύει μεσημέρι.
het is bijna middag.