nadeel
υβριστικός, μειωτικός, υποτιμητικός,...
{
derogatory
}
nadeel (het)
βλάβη, πληγή, ζημιά, κάκωση
{
injury
}
βλάβη, ζημιά, πλήγμα
{
hurt
}
βλάβη, ζημιά, τραυματισμός
{
damage
}
ζημιά, ζημιογόνος πράξη, προκατάληψη,...
{
prejudice
}
χασούρα, απώλεια, ζημιά, χάσιμο, χαμός,...
{
loss
}
οργανική βλάβη, κάκωση, πληγή
{
lesion
}
nadeel
μειovέκτημα τo