mysticism


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
mysticism
ουσ. μυστικισμός, μυστικοπάθεια


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
mysticism
(Lex**) μυστικισμός


Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Μυστικισμός
Ο διεθνής όρος μυστικισμός προέρχεται από την ελληνική λέξη μυστικός. Σχετίζεται με την προσπάθεια του ανθρώπου να πετύχει την αφύπνιση, ή την ένωση, την ταύτιση με κάποια απώτερη, μη αισθητή πραγματικότητα και να κατανοήσει τη φύση της, μέσω συνειδητής εμπειρίας διαίσθησης ή ενόρασης. Ο μυστικισμός προϋποθέτει πίστη σε ένα ιεραρχικό μεταφυσικό κοσμικό σύστημα, στο οποίο συνήθως ο υλικός κόσμος αποτελεί το κατώτερο επίπεδο. Στόχος του μυστικισμού και των μεθόδων του, όπως ο διαλογισμός, είναι η υπέρβαση της ύλης και η επαφή του μυστικιστή με το ανώτερο επίπεδο (π. χ. το χώρο των ιδεών στον πλατωνισμό). Σε θεϊστικά συστήματα το ανώτερο επίπεδο τις περισσότερες φορές ταυτίζεται με το Θεό.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define mysticism

Translate mysticism




mysticism in Chinese | | mysticism in English | mysticism in French | mysticism in Italian | mysticism in Spanish | mysticism in Dutch | mysticism in Portuguese | mysticism in German | mysticism in Russian | mysticism in Japanese | mysticism in Korean | mysticism in Turkish | mysticism in Hebrew | mysticism in Arabic | mysticism in Croatian | mysticism in Serbian | mysticism in Swedish