monk

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
monk
ουσ. καλόγηρος, καλόγερος


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
monk
(Lex**) μοναχός


My English - GreekDownload this dictionary
monk
Ουσ. καλόγερος, μοναχός

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
monk
καλόγερος, μοναχός, μαϊμού

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Μοναχισμός
Το παρόν λήμμα αφορά στον χριστιανικό μοναχισμό. Για το γενικό θρησκευτικό φαινόμενο του μοναχισμού βλ. Μοναχισμός (θρησκειολογία) Με τον όρο μοναχισμός στον Χριστιανισμό εννοείται το θρησκευτικό κίνημα των λαϊκών -κυρίως- που με βάση το κήρυγμα του Ιησού και την αποστολική γραμματεία αναζητούν την πνευματική τελειότητα (θέωση) μέσω της αναχώρησης από τα αστικά κέντρα και της καταφυγής σε ερημικούς τόπους. Η αρχή του ανάγεται στην περίοδο των διωγμών ενάντια των Χριστιανών και την ανάγκη ασφάλειας των μελών της Εκκλησίας μέσω της απόσυρσης σε απομωνομένες περιοχές, εκεί υποβοηθούμενοι από τις κλιματολογικές συνθήκες επιδίδονταν στην άσκηση. Ο μοναχισμός έλαβε διαστάσεις τον 4ο αι., παρουσιαζόμενος ως κίνημα διαμαρτυρίας προς την εκκοσμίκευση, η οποία παρατηρήθηκε μετά την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας. Τον γενικό όρο μοναχισμός ακολουθούν δύο διακριτές εκφάνσεις του, ο αναχωρητικός μοναχισμός και ο κοινοβιακός μοναχισμός.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...
 
Μοναχός
Μοναχός λέγεται το πρόσωπο το οποίο ακολουθεί τον ασκητισμό, αναχωρεί δηλαδή από τον κόσμο, διαμένει μόνος του ή σε κοινόβιο (μοναστήρι), και διαμέσου συνεχούς προσευχής επιδιώκει την προσέγγιση του πνεύματός του με το Θεό. Η πρακτική αυτή είναι πολύ διαδεδομένη στο Χριστιανισμό, αλλά απαντά και σε άλλες Θρησκείες.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define monk

Translate monk





monk in Chinese | | monk in English | monk in French | monk in Italian | monk in Spanish | monk in Dutch | monk in Portuguese | monk in German | monk in Russian | monk in Japanese | monk in Korean | monk in Turkish | monk in Hebrew | monk in Arabic | monk in Croatian | monk in Serbian | monk in Swedish