Ουσ. καλόγερος, μοναχός
Το παρόν λήμμα αφορά στον χριστιανικό μοναχισμό. Για το γενικό θρησκευτικό φαινόμενο του μοναχισμού βλ. Μοναχισμός (θρησκειολογία) Με τον όρο μοναχισμός στον
Χριστιανισμό εννοείται το θρησκευτικό κίνημα των λαϊκών -κυρίως- που με βάση το κήρυγμα του
Ιησού και την αποστολική γραμματεία αναζητούν την πνευματική τελειότητα (θέωση) μέσω της αναχώρησης από τα αστικά κέντρα και της καταφυγής σε ερημικούς τόπους. Η αρχή του ανάγεται στην περίοδο των διωγμών ενάντια των Χριστιανών και την ανάγκη ασφάλειας των μελών της Εκκλησίας μέσω της απόσυρσης σε απομωνομένες περιοχές, εκεί υποβοηθούμενοι από τις κλιματολογικές συνθήκες επιδίδονταν στην άσκηση. Ο μοναχισμός έλαβε διαστάσεις τον
4ο αι., παρουσιαζόμενος ως κίνημα διαμαρτυρίας προς την εκκοσμίκευση, η οποία παρατηρήθηκε μετά την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας. Τον γενικό όρο μοναχισμός ακολουθούν δύο διακριτές εκφάνσεις του, ο αναχωρητικός μοναχισμός και ο κοινοβιακός μοναχισμός.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...
Μοναχός λέγεται το πρόσωπο το οποίο ακολουθεί τον ασκητισμό, αναχωρεί δηλαδή από τον κόσμο, διαμένει μόνος του ή σε κοινόβιο (μοναστήρι), και διαμέσου συνεχούς προσευχής επιδιώκει την προσέγγιση του πνεύματός του με το Θεό. Η πρακτική αυτή είναι πολύ διαδεδομένη στο Χριστιανισμό, αλλά απαντά και σε άλλες Θρησκείες.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...