meeting
ουσ.
συνάντηση, συνεδρίαση, διάσκεψη, ημερίδα, συνέλευση
meet
ρήμ.
συναντιέμαι, συναντώ, συνεδριάζω, ανταμώνω, προϋπαντώ, αγγίζω, συνέρχομαι
meeting
(Lex**) συνεδρίαση
meeting (sports)
(Lex*) συνεδρίαση (αθλητισμός)
meeting
Ουσ. συγκέντρωση//
συνάντηση, διασταύρωση, σμίξιμο, αντάμωση//
σύμπτωση//
το σύνολο των παρευρισκόντων σε συγκέντρωση
meet
Ρημ. συναντώ, ανταμώνω//
υποδέχομαι//
συνέρχομαι , συνεδριάζω, //
διαβουλεύομαι//
ανταποκρίνομαι , πληρώ τους όρους
Ουσ. συγκέντρωση κυνηγών για κυνήγιΕπίθ. που αρμόζει , ταιριαστός, προσήκων
meeting
συνάντηση, σύσκεψη, διασταύρωση
afmeting
διάσταση η
vergadering
συνεδρίαση η / συvεδρία η