mededelen
πληροφορώ, ενημερώνω, ειδοποιώ
{
inform
}
εκθέτω, αναφέρω, δηλώνω
{
state
}
mededelen
ειδοποιώ, ειδοποίησα
πληρoφoρώ, πληρoφόρησα
-
medegedeeld worden/zijn
ειδοποιούμαι, ειδοποιήθηκα
-
μας ειδοποίησε ότι θα έρθει.
hij deelde ons dat hij zal komen.
-
ο κόσμος ειδοποιήθηκε για την καταιγίδα που έρχεται.
de bevolking werd ingelicht voor de naderende storm.