matig
λιτός, οικονόμος, λιτοδίαιτος, ολιγαρκής
{
frugal
}
εγκρατής, μετριοπαθής, εύκρατος, μέτριος
{
temperate
}
matigen
μετριάζω, μετριάζομαι, προεδρεύω
{
moderate
}
βάπτω χαλύβα, συγκιρνώ, μετριάζω,...
{
temper
}
καταπραΰνω, μετριάζω, πραΰνω
{
mitigate
}
τροποποιώ, μεταρρυθμίζω, μετασχηματίζω
{
modify
}
μαλάσσω, κατευνάζω, ξεθυμώνω
{
mollify
}
χαλαρώ, χαλαρούμαι, αναπαύομαι,...
{
relax
}
ανακουφίζω, κατευνάζω, ησυχάζω, μετριάζω
{
allay
}
matig
μέτριoς