match
ρήμ.
ταιριάζω, νυμφεύω, αντιπαραβάλω, αντιπαραβάλομαι
ουσ.
σπίρτο, πυρείο, ισόπαλος, ταίρι, αγώνας, ματς, γάμος, πάλη, συνοικέσιο
match
(Lex**) αντιστοιχία
match (for fire)
(Lex*) αντιστοιχία (για την πυρκαγιά)
match (sports)
(Lex*) αντιστοιχία (αθλητισμός)
match
Ουσ. πανομοιότυπο, ταίρι//
εφάμιλλος, ίσος, ισότιμος//
αγώνας, συνάντηση//
συνταίριασμα, ζευγάρωμα, πάντρεμαΡημ. ταιριάζω, παντρεύω, παντρεύομαι//
συναγωνίζομαι, // αντιπαρατάσσω//
ταιριάζω, πάω ασορτίΟυσ. σπίρτο
match
ματς, αγώνας, γάμος, συνοικέσιο, ταίρι, ισάξιος αντίπαλος, σπίρτο, συναγωνίζομαι, ταιριάζω
match
ταιριάζω, αγώνας, σπίρτο