marketing


Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!

BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
marketing
ουσ. εμπορία, προώθηση αγαθών
 
market
ρήμ. εμπορεύομαι, πωλώ στην αγορά, πωλώ σε αγορά


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
Marketing
(Financial). Σύνολο τεχνικών για τον εντοπισμό των αναγκών του καταναλωτή/χρήστη και τη συνεχή προσαρμογή της παραγωγής και των τόπων πωλήσεων συμφώνως με αυτές
 
marketing
(Lex**) μάρκετινγκ


Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Μάρκετινγκ
Το μάρκετινγκ (marketing) συνίσταται στην οργανωμένη προσπάθεια μίας επιχείρησης ή ενός οργανισμού να ικανοποιήσει τις ανάγκες αλλά και τις επιθυμίες των καταναλωτών. Προσπαθεί δηλαδή να αντιστοιχίσει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παράγει στο καταναλωτή που τα χρειάζεται ή τα επιθυμεί, ή ακόμα καλύτερα να κατανοήσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του και να κατασκευάσει τα αντίστοιχα προϊόντα / υπηρεσίες με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που ο καταναλωτής επιθυμεί, στη τιμή που θα πρέπει αυτά να πωλούνται, να του τα γνωστοποιήσει (διαφήμιση και προώθηση) και να τα καταστήσει διαθέσιμα μέσα από τα κανάλια διανομής (τα μαγαζιά και οι τοποθεσίες που αυτά είναι διαθέσιμα).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define marketing

Translate marketing




marketing in Chinese | | marketing in English | marketing in French | marketing in Italian | marketing in Spanish | marketing in Dutch | marketing in Portuguese | marketing in German | marketing in Russian | marketing in Japanese | marketing in Korean | marketing in Turkish | marketing in Hebrew | marketing in Arabic | marketing in Croatian | marketing in Serbian | marketing in Swedish