marketing
ουσ.
εμπορία, προώθηση αγαθών
market
ρήμ.
εμπορεύομαι, πωλώ στην αγορά, πωλώ σε αγορά
Marketing
(Financial). Σύνολο τεχνικών για τον εντοπισμό των αναγκών του καταναλωτή/χρήστη και τη συνεχή προσαρμογή της παραγωγής και των τόπων πωλήσεων συμφώνως με αυτές
marketing
(Lex**) μάρκετινγκ
Μάρκετινγκ
Το μάρκετινγκ (marketing) συνίσταται στην οργανωμένη προσπάθεια μίας επιχείρησης ή ενός οργανισμού να ικανοποιήσει τις ανάγκες αλλά και τις επιθυμίες των καταναλωτών. Προσπαθεί δηλαδή να αντιστοιχίσει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παράγει στο καταναλωτή που τα χρειάζεται ή τα επιθυμεί, ή ακόμα καλύτερα να κατανοήσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του και να κατασκευάσει τα αντίστοιχα προϊόντα / υπηρεσίες με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που ο καταναλωτής επιθυμεί, στη τιμή που θα πρέπει αυτά να πωλούνται, να του τα γνωστοποιήσει (
διαφήμιση και προώθηση) και να τα καταστήσει διαθέσιμα μέσα από τα κανάλια διανομής (τα μαγαζιά και οι τοποθεσίες που αυτά είναι διαθέσιμα).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...