Mark
ουσ.
μάρκο, σημαντήρας, σημάδι, σημείο, βαθμός, στόχος, σκοπός
mark
ρήμ.
μαρκάρω, σημειώνω
mark
(Lex**) σημάδι
mark (money)
(Lex*) σημάδι (χρήματα)
mark (school)
(Lex*) σημάδι (σχολείο)
mark
Ουσ. σημείο, σημάδι, //
ένδειξη,//
δείγμα , απόδειξη//
διακριτικό γνώρισμα//
αποτύπωμα, σημάδι, ίχνος//
στίγμα, κηλίδα//
βαθμός, βαθμολογίαΡημ. σημειώνω, βάζω διακριτικό σημάδι//
βαθμολογώ//
προσέχω, παρατηρώ//
επισημαίνω, μαρκάρω, χαρακτηρίζωΟυσ. παλιο γερμανικό νόμισμα, μάρκο
mark
σημαδεύω, σημειώνω, μαρκάρω, σημαίνω, βαθμολογώ, σήμα, σημάδι, σημείο, στόχος, σχολικός βαθμός
mark
σημαίνω, σημειώνω