Manier (die)
συρμός, τρόπος, λεκτικό, γραφή, στυλ,...
{
style
}
manier (de)
συρμός, μόδα, τρόπος διαμόρφωσης
{
fashion
}
δρόμος, διαδρομή, οδός, τρόπος, μέσο,...
{
way
}
τρόπος, συρμός, μόδα
{
mode
}
manier
χειρίζομαι, ασκώ
{
wield
}
κάνω εγχείρηση, εργάζομαι, χειρίζομαι,...
{
operate
}
κάνω χρήση, συνηθίζω, μεταχειρίζομαι,...
{
use
}
αποσπώ, μυξοκλαίω, σύρω, έλκω, τραβώ
{
pull
}
χειρίζομαι κακώς, κακομεταχειρίζομαι
{
mishandle
}
manier
χειρίζομαι
manier
τρόπoς o
truc
κόλπo τo
wijze
τρόπoς o