mania (f)
μανία, τρέλα, τρέλλα
{
mania
}
ιδεοληψία, έμμονη ιδέα, μονομανία
{
obsession
}
απάτη, κατεργαριά, τέχνασμα, παιγνίδι,...
{
trick
}
θυμός, λύσσα, μανία, οργή
{
rage
}
Manie (die)
μανία, τρέλα, τρέλλα
{
mania
}
φρενοβλάβεια, παραφροσύνη, τρέλλα,...
{
madness
}
λαχτάρα, σφοδρά επιθυμία, πόθος
{
craving
}
άμετρος επιθυμία, λαγνεία, ασέλγεια,...
{
lust
}
τάση, φορά, ροπή
{
trend
}
manie (de)
μανία, τρέλα, τρέλλα
{
mania
}
θυμός, λύσσα, μανία, οργή
{
rage
}
manie (f)
ιδεοληψία, έμμονη ιδέα, μονομανία
{
obsession
}
μανία, τρέλα, τρέλλα
{
mania
}
διεγερτικό, ευχαρίστηση, κλωτσιά,...
{
kick
}
manier
χειρίζομαι, ασκώ
{
wield
}
κάνω εγχείρηση, εργάζομαι, χειρίζομαι,...
{
operate
}
κάνω χρήση, συνηθίζω, μεταχειρίζομαι,...
{
use
}
αποσπώ, μυξοκλαίω, σύρω, έλκω, τραβώ
{
pull
}
χειρίζομαι κακώς, κακομεταχειρίζομαι
{
mishandle
}
manie
μαvία η
-
πάθος το