manga
μπράτσο, βραχιόνας
{
arm
}
μάγγο, μάνγκο, τροπικό δέντρο ή καρπός
{
Mango
}
mangar
απατώ, κοροϊδεύω
{
dupe
}
manga (f)
κάλτσα, σωλήν εύκαμπτος, σωλήνας...
{
hose
}
mangar
τσιμπώ, στενοχωρώ
{
pinch
}
manga (m)
manga (de)
μάγγο, μάνγκο, τροπικό δέντρο ή καρπός
{
Mango
}
manga
ομάδα, όμιλος, συγκρότημα, συνομοταξία,...
{
group
}
ενωμοτία, ομάδα, ομάς, ουλαμός
{
squad
}
ακαταστασία, χάος, αταξία, κυκεώνας,...
{
mess
}
νομοσχέδιο, προσχέδιο, συναλλαγματική,...
{
draft
}