(Lex). θηλαστικά
Ουσ. θηλαστικό, ζώο που θηλάζει το μικρό του
Η ονομασία θηλαστικά ετυμολογείται από τo
ελληνικό ρήμα θηλάζω (βυζαίνω) κατ' αντιστοιχία της
αγγλικής λέξης mammal που προέρχεται από τη
λατινική λέξη mamma που σημαίνει μαστός και δόθηκε από τον βοτανολόγο
Λινναίο για την ομάδα των ζώων που τρέφουν τα νεογνά τους με γάλα, το οποίο παράγουν απο τους ειδικούς αδένες που ονομάζονται μαστοί. Γι' αυτό το λόγο ονομάζονται και μαστοφόρα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...