mammal

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
mammal
ουσ. θηλαστικό ζώο
 
επίθ. μαστοφόρος


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
mammal
(Lex**) mammal


My English - GreekDownload this dictionary
mammal
Ουσ. θηλαστικό, ζώο που θηλάζει το μικρό του

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Θηλαστικό
Η ονομασία θηλαστικά ετυμολογείται από τo ελληνικό ρήμα θηλάζω (βυζαίνω) κατ' αντιστοιχία της αγγλικής λέξης mammal που προέρχεται από τη λατινική λέξη mamma που σημαίνει μαστός και δόθηκε από τον βοτανολόγο Λινναίο για την ομάδα των ζώων που τρέφουν τα νεογνά τους με γάλα, το οποίο παράγουν απο τους ειδικούς αδένες που ονομάζονται μαστοί. Γι' αυτό το λόγο ονομάζονται και μαστοφόρα.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define mammal

Translate mammal





mammal in Chinese | | mammal in English | mammal in French | mammal in Italian | mammal in Spanish | mammal in Dutch | mammal in Portuguese | mammal in German | mammal in Russian | mammal in Japanese | mammal in Korean | mammal in Turkish | mammal in Hebrew | mammal in Arabic | mammal in Croatian | mammal in Serbian | mammal in Swedish