Mal (das)
καιρός, φορά, ώρα, χρόνος, εποχή
{
time
}
βαφή, λεκές, μουντζούρα, κηλίς, κηλίδα
{
stain
}
κηλίδα, μόλυσμα
{
taint
}
mals
ώριμος, γλυκύς, μαλακός
{
mellow
}
εύχυμος, θαλερός
{
lush
}
mal (de)
μοντέλο, υπόδειγμα
{
model
}
φύλλο διατρητό με γράμματα ή σχήματα...
{
stencil
}
υποστήριγμα δόκου, περίγραμμα
{
template
}
mals
τρυφερός
zacht
μαλακός
35aαπαλός
25a-
zacht maken, week maken
μαλακώνω, μαλάκωσα 34