male
Get Babylon's Translation Software!
Free Download Now!
Babylon 7 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo
Translation
Dictionary
Tools
Babylon
English-Greek
Download this dictionary
male
επίθ.
αρσενικός
ουσ.
άρρεν
English - Greek Technical Dictionary
Download this dictionary
male
(Lex**) αρσενικό
English- Greek Online Dictionary
Download this dictionary
male
αρσενικός
Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Download this dictionary
Αρσενικό
Ο όρος αρσενικό στην
ζωολογία
και στην
βιολογία
αναφέρεται στο άτομο ενός
είδους
που συνήθως γονιμοποιεί το
αντίθετο φύλο
.Μορφολογικά η διαφορά του αρσενικού ατόμου από το
Θηλυκό
είναι τα γεννητικά όργανα. Τα εξωτερικά γεννητικά του αρσενικού είναι το
πέος
και ο οσχεός. Το
πέος
στα αρσενικά άτομα έχει διπλή αποστολή. Η μία είναι η ούριση και η άλλη η
αναπαραγωγή
. Άλλες διαφορές μεταξύ
αρσενικού
και
θηλυκού
είναι στην
Ψυχολογία
.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...
© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την
Βικιπαίδεια
®
και είναι χορηγημένο με άδεια από την
Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
Define male
Translate male
Related terms:
he
,
manful
,
spear
male in Chinese
| |
male in English
|
male in French
|
male in Italian
|
male in Spanish
|
male in Dutch
|
male in Portuguese
|
male in German
|
male in Russian
|
male in Japanese
|
male in Korean
|
male in Turkish
|
male in Hebrew
|
male in Arabic
|
male in Croatian
|
male in Serbian
|
male in Swedish