make
ουσ.
κατασκευή, μάρκα
ρήμ.
κάνω, κατασκευάζω, συνθέτω, καθιστώ, πλάθω, φθάνω
make
(Lex). φτιάχνω, κατασκευάζω, κάνω, εξαναγκάζω
make (sew)
(Lex*) κάνετε (ράψτε)
make
Ουσ. κατασκευή , δημιουργία, φθιάξιμο //
τύπος, μάρκα//
παράστημα, σουλούπι, μορφή, υπόσταση, σχήμαΡημ. φτιάχνω , κάνω , κατασκευάζω,//
κτίζω//
προξενω , //
καθίσταμαι//
δημιουργώ, συνθέτω , φιλοτεχνώ//
κατευθύνομαι , πηγαίνω//
προβιβάζομαι, κερδίζω βαθμό//
καθορίζω ,//
εξαναγκάζω//
κερδίζω, αποκομίζω
πχ:
Use everything to make a clear calm decision about this.
make
κάνω, δημιουργώ, φτιάχνω
make
κατασκευάζω, φτιάχνω, κάνω, εξαναγκάζω